le rasage
ra
ʁa
ρα
sage
zɑ:ʒ
ζαζ
rayageravageramagerasade

Ορισμός και σημασία του "rasage"στα γαλλικά

01

ξύρισμα, κούρεμα

action d'enlever les poils (barbe, cheveux, etc.)  à l'aide d'un rasoir ou d'une tondeuse 
le rasage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il préfère le rasage électrique pour gagner du temps. 

Προτιμά το ηλεκτρικό ξύρισμα για να εξοικονομήσει χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store