la raquette
Pronunciation
/ʀakɛt/

Ορισμός και σημασία του "raquette"στα γαλλικά

01

ρακέτα, μπαστούνι

objet avec un manche et un filet pour frapper une balle dans des sports
la raquette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
raquettes
Παραδείγματα
J' ai oublié ma raquette à la maison.
Ξέχασα τη ρακέτα μου στο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store