la raquette
ra
ʁa
ra
quette
kɛt
ket
racletterainette

Ορισμός και σημασία του "raquette"στα γαλλικά

01

ρακέτα, μπαστούνι

objet avec un manche et un filet pour frapper une balle dans des sports 
la raquette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
raquettes
Παραδείγματα
Il tient une raquette de tennis dans la main. 

Κρατάει ένα ρακέτα τένις στο χέρι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store