Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La raquette
01
ρακέτα, μπαστούνι
objet avec un manche et un filet pour frapper une balle dans des sports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
raquettes
Παραδείγματα
J' ai oublié ma raquette à la maison.
Ξέχασα τη ρακέτα μου στο σπίτι.



























