Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rapport
01
σχέση, σύνδεση
lien ou relation entre deux personnes, objets ou idées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rapports
Παραδείγματα
Ils ont un bon rapport avec leurs voisins.
Έχουν καλό rapport με τους γείτονές τους.
02
αναφορά, έκθεση
texte ou document qui présente des informations sur un sujet précis
Παραδείγματα
Le rapport sur le projet sera prêt demain.
03
κέρδος, όφελος
bénéfice ou gain obtenu d'une activité ou d'un investissement
Παραδείγματα
Ce projet a un bon rapport qualité-prix.
Αυτό το έργο έχει καλή αναλογία ποιότητας-τιμής.
04
αναλογία, αναλογία
relation de proportion entre deux choses, souvent exprimée par un nombre
Παραδείγματα
Le rapport entre la taille et le poids est important.
Η αναλογία μεταξύ ύψους και βάρους είναι σημαντική.
Les rapports
01
σχέσεις, δεσμοί
liens ou relations entre des personnes, groupes ou choses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rapports
Παραδείγματα
Ils ont de très bons rapports avec leurs voisins.
Έχουν πολύ καλούς rapports με τους γείτονές τους.



























