la rancœur
rancœur
ʁɑ̃kœʁ
raakoer

Ορισμός και σημασία του "rancœur"στα γαλλικά

01

μνησικακία, πικρία

sentiment durable de colère ou de haine envers quelqu'un 
la rancœur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle nourrit une rancœur contre son voisin depuis des années. 

Εκείνη τρέφει ένα rancœur εναντίον του γείτονά της εδώ και χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store