Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La raison
01
λόγος, αιτία
ce qui explique ou justifie quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La raison de son retard est un problème de voiture.
Ο λόγος για την καθυστέρησή του είναι ένα πρόβλημα με το αυτοκίνητο.
02
λόγος, αιτία
la faculté de penser de façon logique et rationnelle
Παραδείγματα
La raison est ce qui guide nos décisions.
Ο λόγος είναι αυτό που καθοδηγεί τις αποφάσεις μας.
03
περίσταση, αιτία
un événement ou une circonstance particulière justifiant une action ou une célébration
Παραδείγματα
C'est une bonne raison de faire la fête.
Είναι ένας καλός λόγος για να γιορτάσουμε.



























