la raison
raison
ʁɛzɔ̃
rezaw
raisin

Ορισμός και σημασία του "raison"στα γαλλικά

01

λόγος, αιτία

ce qui explique ou justifie quelque chose 
la raison definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La raison de son retard est un problème de voiture. 

Ο λόγος για την καθυστέρησή του είναι ένα πρόβλημα με το αυτοκίνητο.

02

λόγος, αιτία

la faculté de penser de façon logique et rationnelle 
la raison definition and meaning
Παραδείγματα
La raison est ce qui guide nos décisions. 

Ο λόγος είναι αυτό που καθοδηγεί τις αποφάσεις μας.

03

περίσταση, αιτία

un événement ou une circonstance particulière justifiant une action ou une célébration 
la raison definition and meaning
Παραδείγματα
C'est une bonne raison de faire la fête. 

Είναι ένας καλός λόγος για να γιορτάσουμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store