Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raffiné
01
εξευγενισμένος, καθαρισμένος
purifié ou transformé pour être meilleur ou plus fin
Παραδείγματα
L' eau raffinée est utilisée dans les laboratoires.
Το εξευγενισμένο νερό χρησιμοποιείται στα εργαστήρια.
02
καλαίσθητος, εκλεπτυσμένος
qui est élégant, délicat ou de bon goût
Παραδείγματα
Le service de ce restaurant est très raffiné.
Η εξυπηρέτηση αυτού του εστιατορίου είναι πολύ εκλεπτυσμένη.



























