Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raffiné
01
εξευγενισμένος, καθαρισμένος
purifié ou transformé pour être meilleur ou plus fin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus raffiné
συγκριτικός βαθμός
plus raffiné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
raffiné
αρσενικό πληθυντικό
raffinés
θηλυκό ενικό
raffinée
θηλυκό πληθυντικό
raffinées
Παραδείγματα
Le sucre raffiné est utilisé dans la pâtisserie.
Η ραφινέ ζάχαρη χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική.
02
καλαίσθητος, εκλεπτυσμένος
qui est élégant, délicat ou de bon goût
Παραδείγματα
Elle a un goût raffiné pour la décoration.
Έχει εκλεπτυσμένο γούστο στη διακόσμηση.



























