raffiné
Pronunciation
/ʀafine/

Ορισμός και σημασία του "raffiné"στα γαλλικά

01

εξευγενισμένος, καθαρισμένος

purifié ou transformé pour être meilleur ou plus fin
raffiné definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus raffiné
συγκριτικός βαθμός
plus raffiné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
raffiné
αρσενικό πληθυντικό
raffinés
θηλυκό ενικό
raffinée
θηλυκό πληθυντικό
raffinées
Παραδείγματα
L' eau raffinée est utilisée dans les laboratoires.
Το εξευγενισμένο νερό χρησιμοποιείται στα εργαστήρια.
02

καλαίσθητος, εκλεπτυσμένος

qui est élégant, délicat ou de bon goût
raffiné definition and meaning
Παραδείγματα
Le service de ce restaurant est très raffiné.
Η εξυπηρέτηση αυτού του εστιατορίου είναι πολύ εκλεπτυσμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store