Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le radis
[gender: masculine]
01
ραφανίδα, ραπανάκι
petite plante potagère à racine comestible, souvent croquante et piquante, consommée crue en salade ou en accompagnement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
radis
Παραδείγματα
Les radis poussent rapidement, en quelques semaines seulement.
Τα ραπανάκια μεγαλώνουν γρήγορα, σε λίγες μόνο εβδομάδες.



























