radioactif
rad
ʁad
rad
io
jo
yo
ac
ak
ak
tif
tɪf
tif

Ορισμός και σημασία του "radioactif"στα γαλλικά

radioactif
01

ραδιενεργός, ραδιενεργός

qui émet des rayonnements ionisants dus à la désintégration d'atomes instables 
radioactif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus radioactif
συγκριτικός βαθμός
plus radioactif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
radioactif
αρσενικό πληθυντικό
radioactifs
θηλυκό ενικό
radioactive
θηλυκό πληθυντικό
radioactives
Παραδείγματα
Le plutonium est un élément hautement radioactif. 

Το πλουτώνιο είναι ένα ιδιαίτερα ραδιενεργό στοιχείο.

Λεξικό Δέντρο

radioactif

radio

+

actif

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store