Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
radioactif
01
ραδιενεργός, ραδιενεργός
qui émet des rayonnements ionisants dus à la désintégration d'atomes instables
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus radioactif
συγκριτικός βαθμός
plus radioactif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
radioactif
αρσενικό πληθυντικό
radioactifs
θηλυκό ενικό
radioactive
θηλυκό πληθυντικό
radioactives
Παραδείγματα
Le nuage radioactif a contaminé les cultures environnantes.
Το ραδιενεργό σύννεφο μόλυνε τις γύρω καλλιέργειες.
Λεξικό Δέντρο
radioactif
radio
actif



























