Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
radieux
01
ακτινοβόλος, λαμπερός
qui exprime une grande joie ou un bonheur éclatant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus radieux
συγκριτικός βαθμός
plus radieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
radieux
αρσενικό πληθυντικό
radieux
θηλυκό ενικό
radieuse
θηλυκό πληθυντικό
radieuses
Παραδείγματα
Ils sont radieux de joie en se retrouvant.
Είναι λαμπεροί από χαρά όταν συναντιούνται.
02
λαμπρός, ακτινοβόλος
qui émet de la lumière ou brille intensément
Παραδείγματα
La pièce est radieuse grâce aux grandes fenêtres.
Το δωμάτιο είναι λαμπερό χάρη στα μεγάλα παράθυρα.
03
λαμπερός, ακτινοβόλος
qui est très agréable à regarder, beau et séduisant
Παραδείγματα
Son visage radieux reflète son bonheur intérieur.
Το λαμπερό της πρόσωπο αντανακλά την εσωτερική της ευτυχία.



























