Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le radiateur
01
καλοριφέρ, θερμαντικό σώμα
dispositif qui diffuse la chaleur dans une maison ou un bâtiment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
radiateurs
Παραδείγματα
Le radiateur chauffe toute la chambre en hiver.
Ο καλοριφέρ ζεσταίνει όλο το δωμάτιο το χειμώνα.



























