Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le radiateur
[gender: masculine]
01
καλοριφέρ, θερμαντικό σώμα
dispositif qui diffuse la chaleur dans une maison ou un bâtiment
Παραδείγματα
Le radiateur ne marche plus, il faut appeler un technicien.
Το καλοριφέρ δεν λειτουργεί πλέον, πρέπει να καλέσουμε έναν τεχνικό.



























