Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raccorder
01
relier ou connecter deux éléments, conduits, câbles ou parties entre eux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Elle a raccordé son ordinateur à l' écran externe.



























