Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La quiétude
01
ηρεμία, γαλήνη
état de calme et de paix intérieure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle trouva enfin la quiétude dans ce jardin.
Βρήκε επιτέλους την ηρεμία σε αυτόν τον κήπο.



























