la quiétude
Pronunciation
/kjetyd/

Ορισμός και σημασία του "quiétude"στα γαλλικά

01

ηρεμία, γαλήνη

état de calme et de paix intérieure
la quiétude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son sourire reflétait une profonde quiétude.
Το χαμόγελό της αντανακλούσε μια βαθιά ηρεμία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store