Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La quiétude
[gender: feminine]
01
ηρεμία, γαλήνη
état de calme et de paix intérieure
Παραδείγματα
Son sourire reflétait une profonde quiétude.
Το χαμόγελό της αντανακλούσε μια βαθιά ηρεμία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ηρεμία, γαλήνη