questionner
questionner
kɛstsjɔne
kestsyawne

Ορισμός και σημασία του "questionner"στα γαλλικά

questionner
01

ανακρίνω, ρωτώ

demander quelque chose à quelqu'un pour avoir une réponse ou une information 
questionner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
questionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
questionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
questionnerai
ενεστώτα μετοχή
questionnant
παθητική μετοχή
questionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
questionnions
Παραδείγματα
Le professeur questionne les élèves sur la leçon. 

Ο δάσκαλος ανακρίνει τους μαθητές για το μάθημα.

02

αμφισβητώ, προκαλώ σε αμφισβήτηση

mettre quelqu'un ou quelque chose en difficulté, en doute ou en cause 
Παραδείγματα
Le juge a questionné la validité du contrat. 

Ο δικαστής αμφισβήτησε την εγκυρότητα της σύμβασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store