Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
questionner
01
ανακρίνω, ρωτώ
demander quelque chose à quelqu'un pour avoir une réponse ou une information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
questionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
questionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
questionnerai
ενεστώτα μετοχή
questionnant
παθητική μετοχή
questionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
questionnions
Παραδείγματα
Le professeur questionne les élèves sur la leçon.
Ο δάσκαλος ανακρίνει τους μαθητές για το μάθημα.
02
αμφισβητώ, προκαλώ σε αμφισβήτηση
mettre quelqu'un ou quelque chose en difficulté, en doute ou en cause
Παραδείγματα
Le juge a questionné la validité du contrat.
Ο δικαστής αμφισβήτησε την εγκυρότητα της σύμβασης.



























