la querelle
querelle
kəʁɛl
kērel
quellequenelle

Ορισμός και σημασία του "querelle"στα γαλλικά

01

φιλονικία, διαμάχη

dispute ou conflit entre des personnes à propos de quelque chose 
la querelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
querelles
Παραδείγματα
Une querelle a éclaté entre les deux voisins. 

Μια καβγάς ξέσπασε μεταξύ των δύο γειτόνων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store