Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quelconque
01
συνηθισμένος, κοινός
sans particularité, médiocre ou banal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus quelconque
συγκριτικός βαθμός
plus quelconque
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quelconque
αρσενικό πληθυντικό
quelconques
θηλυκό ενικό
quelconque
θηλυκό πληθυντικό
quelconques
Παραδείγματα
Elle portait une robe quelconque pour la soirée.
Φορούσε ένα συνηθισμένο φόρεμα για το βράδυ.



























