quatrième
quatrième
katʁijɛm
katriyem
quantième

Ορισμός και σημασία του "quatrième"στα γαλλικά

quatrième
01

τέταρτος

qui vient après le troisième dans l'ordre ou dans le temps 
quatrième definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quatrième
αρσενικό πληθυντικό
quatrièmes
θηλυκό ενικό
quatrième
θηλυκό πληθυντικό
quatrièmes
Παραδείγματα
C'est mon quatrième jour à l'école. 

Αυτή είναι η τέταρτη μέρα μου στο σχολείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store