la quantité
quantité
kɑ̃tite
kaatite

Ορισμός και σημασία του "quantité"στα γαλλικά

01

ποσότητα, ποσό

mesure qui exprime la grandeur d'un ensemble d'éléments 
la quantité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La quantité de sucre dans cette recette est excessive. 

Η ποσότητα ζάχαρης σε αυτή τη συνταγή είναι υπερβολική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store