le pétale
Pronunciation
/petˈal/

Ορισμός και σημασία του "pétale"στα γαλλικά

Le pétale
[gender: masculine]
01

πέταλο, ανθόφυλλο

chacune des parties colorées qui composent la fleur
le pétale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pétales
Παραδείγματα
Chaque pétale de la tulipe a une couleur vive.
Κάθε πέταλο της τουλίπας έχει ζωηρό χρώμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store