Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le périple
[gender: masculine]
01
μακρύ ταξίδι, ταξίδι
long voyage souvent rempli d'aventures ou d'étapes
Παραδείγματα
Le périple a commencé par une traversée en bateau.
Το ταξίδι ξεκίνησε με μια διαδρομή με βάρκα.



























