la période
pér
peʁ
per
iode
jɔd
yawd

Ορισμός και σημασία του "période"στα γαλλικά

01

περίοδος, φάση

un espace de temps caractérisé par des événements ou des conditions particulières 
la période definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
périodes
Παραδείγματα
La période des examens est toujours stressante pour les étudiants. 

Η περίοδος των εξετάσεων είναι πάντα αγχωτική για τους φοιτητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store