périmé
périmé
peʁime
perime

Ορισμός και σημασία του "périmé"στα γαλλικά

01

ληγμένος, μη έγκυρος

qui n'est plus valable ou dont la date de validité est passée 
périmé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus périmé
συγκριτικός βαθμός
plus périmé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
périmé
αρσενικό πληθυντικό
périmés
θηλυκό ενικό
périmée
θηλυκό πληθυντικό
périmées
Παραδείγματα
Le lait est périmé et ne peut plus être consommé. 

Το γάλα είναι ξεπερασμένο και δεν μπορεί πλέον να καταναλωθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store