Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
périmé
01
ληγμένος, μη έγκυρος
qui n'est plus valable ou dont la date de validité est passée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus périmé
συγκριτικός βαθμός
plus périmé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
périmé
αρσενικό πληθυντικό
périmés
θηλυκό ενικό
périmée
θηλυκό πληθυντικό
périmées
Παραδείγματα
Les lois périmées doivent être révisées.
Οι ληξιπρόθεσμοι νόμοι πρέπει να αναθεωρηθούν.



























