la pédale
Pronunciation
/pedˈal/

Ορισμός και σημασία του "pédale"στα γαλλικά

01

πετάλι, πετάλι

partie d'un instrument ou d'un véhicule actionnée avec le pied
la pédale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pédales
Παραδείγματα
Les élèves apprennent à utiliser la pédale du piano correctement.
Οι μαθητές μαθαίνουν να χρησιμοποιούν σωστά το πετάλι του πιάνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store