le pâturage
pâturage
pɑtyʁa:ʒ
paatyrazh

Ορισμός και σημασία του "pâturage"στα γαλλικά

01

βοσκότοπος, λιβάδι

champ ou prairie où les bêtes (vaches, moutons, chevaux) vont brouter 
le pâturage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pâturages
Παραδείγματα
Les moutons se reposent dans le pâturage. 

Τα πρόβατα ξεκουράζονται στο λιβάδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store