Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pâturage
01
βοσκότοπος, λιβάδι
champ ou prairie où les bêtes (vaches, moutons, chevaux) vont brouter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pâturages
Παραδείγματα
Les bergers déplacent le troupeau vers un nouveau pâturage.
Οι βοσκοί μετακινούν το κοπάδι σε ένα νέο βοσκότοπο.



























