Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pâleur
01
χλωμότητα, ωχρότητα
état de la peau ou du visage lorsqu'il devient plus clair que d'ordinaire, souvent à cause de la maladie, de la peur ou de la fatigue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pâleur extrême peut être un signe d' anémie.
Η ακραία ωχρότητα μπορεί να είναι σημάδι αναιμίας.
02
ωχρότητα, ξεθώριασμα
caractère de ce qui est moins coloré, moins intense ou clair par rapport à la normale
Παραδείγματα
La pâleur du ciel annonce l' arrivée du matin.
Η ωχρότητα του ουρανού ανακοινώνει την άφιξη του πρωινού.



























