Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punir
01
τιμωρώ
infliger une peine à quelqu'un pour un acte répréhensible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
punis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
punissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
punirai
παθητική μετοχή
puni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
punissions
Παραδείγματα
Le professeur a puni l'élève pour avoir triché.
Ο δάσκαλος τιμώρησε τον μαθητή για την αντιγραφή.
02
τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
faire subir à quelqu'un ou quelque chose des conséquences négatives pour une action
Παραδείγματα
L'équipe a été punie pour ses erreurs lors du match.
Η ομάδα τιμωρήθηκε για τα λάθη της κατά τη διάρκεια του αγώνα.



























