punir
pu
py
py
nir
niʁ
nir
kéfirrugirobéirrégir

Ορισμός και σημασία του "punir"στα γαλλικά

01

τιμωρώ

infliger une peine à quelqu'un pour un acte répréhensible 
punir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
punis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
punissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
punirai
παθητική μετοχή
puni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
punissions
Παραδείγματα
Le professeur a puni l'élève pour avoir triché. 

Ο δάσκαλος τιμώρησε τον μαθητή για την αντιγραφή.

02

τιμωρώ, επιβάλλω ποινή

faire subir à quelqu'un ou quelque chose des conséquences négatives pour une action 
punir definition and meaning
Παραδείγματα
L'équipe a été punie pour ses erreurs lors du match. 

Η ομάδα τιμωρήθηκε για τα λάθη της κατά τη διάρκεια του αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store