Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punir
01
τιμωρώ
infliger une peine à quelqu'un pour un acte répréhensible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
punis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
punissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
punirai
παθητική μετοχή
puni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
punissions
Παραδείγματα
Les soldats ont été punis pour ne pas avoir suivi les ordres.
Οι στρατιώτες τιμωρήθηκαν επειδή δεν ακολούθησαν τις εντολές.
02
τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
faire subir à quelqu'un ou quelque chose des conséquences négatives pour une action
Παραδείγματα
Elle se sent punie par la vie après cette mauvaise expérience.
Αισθάνεται τιμωρημένη από τη ζωή μετά από αυτή την κακή εμπειρία.



























