Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puissant
01
ισχυρός, δυνατός
qui possède une grande force ou puissance physique ou morale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus puissant
συγκριτικός βαθμός
plus puissant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
puissant
αρσενικό πληθυντικό
puissants
θηλυκό ενικό
puissante
θηλυκό πληθυντικό
puissantes
Παραδείγματα
Le cheval est puissant et peut tirer de lourdes charges.
Το άλογο είναι ισχυρό και μπορεί να τραβήξει βαριά φορτία.
02
έντονος, δυνατός
qui est très intense ou marqué, en particulier pour un phénomène, un sentiment ou un effet
Παραδείγματα
Le vent puissant a renversé plusieurs arbres.
Ο δυνατός άνεμος αναποδογύρισε πολλά δέντρα.
03
ισχυρός, αποτελεσματικός
qui a un effet fort, notamment pour un médicament ou un traitement
Παραδείγματα
Ce médicament est très puissant contre la douleur.
Αυτό το φάρμακο είναι πολύ ισχυρό κατά του πόνου.



























