le pull
pull
pʏl
pul
mulejulesbullenul

Ορισμός και σημασία του "pull"στα γαλλικά

01

πουλόβερ, ζακέτα

vêtement à manches longues en laine ou en tissu chaud, porté sur le haut du corps 
le pull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pulls
Παραδείγματα
Il porte un pull en laine pour l'hiver. 

Φοράει ένα πουλόβερ από μαλλί για το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store