Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prêter
01
δανείζω
donner quelque chose à quelqu'un pour un temps limité, en attendant qu'il le rende
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prêterai
ενεστώτα μετοχή
prêtant
παθητική μετοχή
prêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prêtions
Παραδείγματα
Je peux te prêter mon livre si tu veux.
Μπορώ να σου δανείσω το βιβλίο μου αν θέλεις.
02
δανείζω, δίνω δάνειο
donner de l'argent à quelqu'un avec l'attente qu'il le rembourse plus tard
Παραδείγματα
La banque m'a prêté de l'argent pour acheter une maison.
Η τράπεζα μου δάνεισε χρήματα για να αγοράσω ένα σπίτι.



























