la prémonition

Ορισμός και σημασία του "prémonition"στα γαλλικά

La prémonition
01

προαίσθηση, προμήνυμα

sentiment ou impression qu'un événement futur va se produire, souvent sans preuve logique 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prémonitions
Παραδείγματα
Elle a eu une prémonition que quelque chose de mauvais allait arriver. 

Είχε μια προαίσθηση ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store