Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protéger
01
προστατεύω, προφυλάσσω
empêcher un danger ou un mal d'atteindre quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
protège
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
protégeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
protégerai
ενεστώτα μετοχή
protégeant
παθητική μετοχή
protégé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
protégions
Παραδείγματα
Les parents doivent protéger leurs enfants.
Οι γονείς πρέπει να προστατεύουν τα παιδιά τους.
02
προστατεύω, υποστηρίζω
défendre ou soutenir quelqu'un, souvent contre des critiques, des attaques ou des injustices
Παραδείγματα
L'avocat a protégé son client jusqu'au bout.
Ο δικηγόρος προστάτευε τον πελάτη του μέχρι το τέλος.
03
προστατεύομαι, αμύνομαι
prendre des mesures pour éviter un danger ou un mal pour soi-même
Παραδείγματα
Il faut se protéger du soleil en été.
Πρέπει να προστατεύεσαι από τον ήλιο το καλοκαίρι.



























