Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protester
01
διαμαρτύρομαι, διαδηλώνω
exprimer son désaccord ou son opposition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
proteste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
protestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
protesterai
ενεστώτα μετοχή
protestant
παθητική μετοχή
protesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
protestions
Παραδείγματα
Même les enfants peuvent protester contre les règles strictes.
Ακόμη και τα παιδιά μπορούν να διαμαρτυρηθούν κατά των αυστηρών κανόνων.



























