protester
pro
pʁɔ
praw
tes
tɛs
tes
ter
te
te

Ορισμός και σημασία του "protester"στα γαλλικά

protester
01

διαμαρτύρομαι, διαδηλώνω

exprimer son désaccord ou son opposition 
protester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
proteste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
protestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
protesterai
ενεστώτα μετοχή
protestant
παθητική μετοχή
protesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
protestions
Παραδείγματα
Les habitants ont protesté contre la nouvelle loi. 

Οι κάτοικοι διαδήλωσαν κατά του νέου νόμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store