la protection
Pronunciation
/pʀɔtɛksjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "protection"στα γαλλικά

La protection
[gender: feminine]
01

προστασία, άμυνα

action de défendre quelqu'un ou quelque chose contre un danger ou un mal
la protection definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle porte un casque pour sa protection.
Φοράει κράνος για την προστασία της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store