Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prospérité
[gender: feminine]
01
ευημερία, οικονομική επιτυχία
état de bien-être matériel et financier, réussite dans la vie économique
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευημερία, οικονομική επιτυχία