prospère
pro
pʁɔ
praw
spère
spɛʁ
sper
glacièrecrinièrepolymèreextraire

Ορισμός και σημασία του "prospère"στα γαλλικά

01

ευημερούσα, ακμάζουσα

qui réussit et se développe bien 
prospère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prospère
συγκριτικός βαθμός
plus prospère
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prospère
αρσενικό πληθυντικό
prospères
θηλυκό ενικό
prospère
θηλυκό πληθυντικό
prospères
Παραδείγματα
Une entreprise prospère attire de nombreux investisseurs. 

Μια ακμάζουσα επιχείρηση προσελκύει πολλούς επενδυτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store