Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prospère
01
ευημερούσα, ακμάζουσα
qui réussit et se développe bien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prospère
συγκριτικός βαθμός
plus prospère
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prospère
αρσενικό πληθυντικό
prospères
θηλυκό ενικό
prospère
θηλυκό πληθυντικό
prospères
Παραδείγματα
Une entreprise prospère attire de nombreux investisseurs.
Μια ακμάζουσα επιχείρηση προσελκύει πολλούς επενδυτές.



























