promettre
Pronunciation
/pʀɔmɛtʀ/

Ορισμός και σημασία του "promettre"στα γαλλικά

promettre
01

υπόσχομαι, δεσμεύομαι

dire qu'on va faire quelque chose ou tenir un engagement
promettre definition and meaning
Παραδείγματα
Les parents ont promis une récompense à leurs enfants.
Οι γονείς υποσχέθηκαν μια ανταμοιβή στα παιδιά τους.
02

υπόσχομαι στον εαυτό μου

se faire à soi-même une promesse ou un engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
promets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
promettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
promettrai
ενεστώτα μετοχή
promettant
παθητική μετοχή
promis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
promettions
Παραδείγματα
Les étudiants se promettent de travailler plus sérieusement.
Οι φοιτητές υπόσχονται στον εαυτό τους να εργαστούν πιο σοβαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store