Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promettre
01
υπόσχομαι, δεσμεύομαι
dire qu'on va faire quelque chose ou tenir un engagement
Παραδείγματα
Je te promets de t'aider demain.
Υπόσχομαι να σε βοηθήσω αύριο.
02
υπόσχομαι στον εαυτό μου
se faire à soi-même une promesse ou un engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
promets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
promettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
promettrai
ενεστώτα μετοχή
promettant
παθητική μετοχή
promis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
promettions
Παραδείγματα
Je me promets de réussir mes examens.
Υπόσχομαι στον εαυτό μου να πετύχω στις εξετάσεις μου.



























