promettre
pro
pʁɔ
praw
mettre
mɛtʁ
metr
commettre

Ορισμός και σημασία του "promettre"στα γαλλικά

promettre
01

υπόσχομαι, δεσμεύομαι

dire qu'on va faire quelque chose ou tenir un engagement 
promettre definition and meaning
Παραδείγματα
Je te promets de t'aider demain. 

Υπόσχομαι να σε βοηθήσω αύριο.

02

υπόσχομαι στον εαυτό μου

se faire à soi-même une promesse ou un engagement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
promets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
promettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
promettrai
ενεστώτα μετοχή
promettant
παθητική μετοχή
promis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
promettions
Παραδείγματα
Je me promets de réussir mes examens. 

Υπόσχομαι στον εαυτό μου να πετύχω στις εξετάσεις μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store