Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le projecteur
01
προβολέας, προβολέας εικόνων
appareil utilisé pour projeter des films ou des images sur un écran
Παραδείγματα
Le projecteur du cinéma fonctionne très bien.
Ο προβολέας του κινηματογράφου λειτουργεί πολύ καλά.
02
προβολέας, φωτιστικό
appareil qui éclaire fortement une scène, un lieu ou un objet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
projecteurs
Παραδείγματα
Le projecteur éclaire l'acteur sur scène.
Ο προβολέας φωτίζει τον ηθοποιό στη σκηνή.



























