Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le progrès
01
πρόοδος, εξέλιξη
avancement ou amélioration dans un domaine, une activité ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
progrès
Παραδείγματα
Le progrès de la science est impressionnant.
Η πρόοδος της επιστήμης είναι εντυπωσιακή.



























