le progrès
prog
pʁɔg
προγκ
rès
ʁɛ
ρε

Ορισμός και σημασία του "progrès"στα γαλλικά

01

πρόοδος, εξέλιξη

avancement ou amélioration dans un domaine, une activité ou une situation 
le progrès definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
progrès
Παραδείγματα
Le progrès de la science est impressionnant. 

Η πρόοδος της επιστήμης είναι εντυπωσιακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store