le progrès
Pronunciation
/pʀɔgʀɛ/

Ορισμός και σημασία του "progrès"στα γαλλικά

Le progrès
[gender: masculine]
01

πρόοδος, εξέλιξη

avancement ou amélioration dans un domaine, une activité ou une situation
le progrès definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
progrès
Παραδείγματα
Le progrès médical a sauvé de nombreuses vies.
Η ιατρική πρόοδος έχει σώσει πολλές ζωές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store