la productivité
Pronunciation
/pʁɔdyktivitˈe/

Ορισμός και σημασία του "productivité"στα γαλλικά

La productivité
01

παραγωγικότητα, αποδοτικότητα παραγωγής

capacité à produire efficacement, c'est-à-dire le rapport entre ce qui est produit et les moyens utilisés (temps, travail, capital, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les robots ont fortement augmenté la productivité industrielle.
Τα ρομπότ έχουν αυξήσει σημαντικά τη βιομηχανική παραγωγικότητα.
02

παραγωγικότητα, αποδοτικότητα εργασίας

aptitude d'une personne à travailler de manière efficace et rapide
Παραδείγματα
Il existe des applications pour augmenter la productivité au bureau.
Υπάρχουν εφαρμογές για την αύξηση της παραγωγικότητας στο γραφείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store