Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La productivité
01
παραγωγικότητα, αποδοτικότητα παραγωγής
capacité à produire efficacement, c'est-à-dire le rapport entre ce qui est produit et les moyens utilisés (temps, travail, capital, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La productivité des employés a augmenté grâce à la nouvelle organisation.
Η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυξήθηκε χάρη στη νέα οργάνωση.
02
παραγωγικότητα, αποδοτικότητα εργασίας
aptitude d'une personne à travailler de manière efficace et rapide
Παραδείγματα
Ma productivité baisse quand je manque de sommeil.
Η παραγωγικότητά μου πέφτει όταν μου λείπει ο ύπνος.



























