Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le principe
[gender: masculine]
01
αρχή, βασικός κανόνας
règle fondamentale ou idée de base qui guide une action ou une pensée
Παραδείγματα
Ce projet repose sur le principe de durabilité.
Αυτό το έργο βασίζεται στην αρχή της βιωσιμότητας.



























