premier
Pronunciation
/pʀəmje/

Ορισμός και σημασία του "premier"στα γαλλικά

01

πρώτος, αρχικός

qui vient en premier dans l'ordre ou dans le temps
premier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
premier
αρσενικό πληθυντικό
premiers
θηλυκό ενικό
première
θηλυκό πληθυντικό
premières
Παραδείγματα
Le premier invité est arrivé à 18 heures.
Ο πρώτος επισκέπτης έφτασε στις 18 ώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store