premier
prem
pʁəm
prēm
ier
je
ye

Ορισμός και σημασία του "premier"στα γαλλικά

01

πρώτος, αρχικός

qui vient en premier dans l'ordre ou dans le temps 
premier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
premier
αρσενικό πληθυντικό
premiers
θηλυκό ενικό
première
θηλυκό πληθυντικό
premières
Παραδείγματα
C'est mon premier jour à l'école. 

Είναι η πρώτη μου μέρα στο σχολείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store