pratiquer
Pronunciation
/pʀatike/

Ορισμός και σημασία του "pratiquer"στα γαλλικά

pratiquer
01

πρακτική, ασκώ

faire une activité régulièrement (sport, art, métier)
pratiquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pratique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pratiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pratiquerai
ενεστώτα μετοχή
pratiquant
παθητική μετοχή
pratiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pratiquions
Παραδείγματα
Elles pratiquent la danse moderne.
Αυτές ασκούν τον μοντέρνο χορό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store