Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pratiquer
01
πρακτική, ασκώ
faire une activité régulièrement (sport, art, métier)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pratique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pratiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pratiquerai
ενεστώτα μετοχή
pratiquant
παθητική μετοχή
pratiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pratiquions
Παραδείγματα
Elles pratiquent la danse moderne.
Αυτές ασκούν τον μοντέρνο χορό.



























