Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pouvoir
01
μπορώ
avoir la capacité, la permission ou la possibilité de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
peux
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pourrai
ενεστώτα μετοχή
pouvant
παθητική μετοχή
pu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pouvions
Παραδείγματα
Je peux parler trois langues.
Μπορώ να μιλήσω τρεις γλώσσες.
02
μπορώ, είναι δυνατόν
exprimer qu'il est possible que quelque chose arrive ou soit vrai
Παραδείγματα
Il se peut que nous arrivions en retard.
Μπορεί να φτάσουμε αργά.
Le pouvoir
01
εξουσία, δύναμη
la capacité ou la force d'influencer, de contrôler ou d'agir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle utilise son pouvoir pour aider les autres.
Χρησιμοποιεί τη δύναμή της για να βοηθάει τους άλλους.
02
εξουσία, αρχή
la capacité d'exercer une influence ou un contrôle sur quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Le roi avait un grand pouvoir sur son peuple.
Ο βασιλιάς είχε μεγάλη εξουσία πάνω στον λαό του.
03
η κυβέρνηση, η εξουσία
le groupe de personnes qui dirige un pays et prend les décisions politiques
Παραδείγματα
Le pouvoir a annoncé de nouvelles réformes économiques.
Η εξουσία ανακοίνωσε νέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις.



























