le poussin
poussin
pusɛ̃
poose

Ορισμός και σημασία του "poussin"στα γαλλικά

01

κοτοπουλάκι, νεοσσός οικόσιτου πουλιού

jeune oiseau domestique, généralement de la poule 
le poussin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poussins
Παραδείγματα
Le poussin suit sa mère dans le poulailler. 

Το κοτοπουλάκι ακολουθεί τη μητέρα του στο κοτέτσι.

01

αγάπη μου, γλυκιά μου

terme affectueux pour s'adresser à quelqu'un, familier 
poussin definition and meaning
Παραδείγματα
Salut, poussin, comment vas-tu ? 

Γεια σου, κοτοπουλάκι, τι κάνεις;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store