Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La poussette
01
καροτσάκι, παιδικό καροτσάκι
voiturette légère et pliable avec roues, conçue pour transporter un bébé ou un jeune enfant de manière pratique et confortable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poussettes
Παραδείγματα
La poussette est pratique pour les promenades en ville ou au parc.
Το καροτσάκι είναι πρακτικό για βόλτες στην πόλη ή στο πάρκο.



























