Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pourboire
01
φιλοδώρημα, προσαύγιο
argent donné en plus pour remercier un service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pourboires
Παραδείγματα
Il a oublié de donner un pourboire.
Ξέχασε να δώσει φιλοδώρημα.
Λεξικό Δέντρο
pourboire
pour
boire



























