le poulet
pou
pu
poo
let
le

Ορισμός και σημασία του "poulet"στα γαλλικά

01

κοτόπουλο, κότα

oiseau domestique de la ferme, élevé pour ses œufs ou sa chair 
le poulet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poulets
Παραδείγματα
Le poulet picore dans la cour. 

Η κότα ραμφίζει στην αυλή.

02

κοτόπουλο, κρέας κοτόπουλου

viande blanche provenant du poulet, utilisée dans de nombreux plats 
le poulet definition and meaning
Παραδείγματα
Nous mangeons du poulet rôti ce soir. 

Τρώμε κοτόπουλο ψητό απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store