Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le poulet
[gender: masculine]
01
κοτόπουλο, κότα
oiseau domestique de la ferme, élevé pour ses œufs ou sa chair
Παραδείγματα
Le renard a attaqué un poulet cette nuit.
Η αλεπού επιτέθηκε σε ένα κοτόπουλο σήμερα τη νύχτα.
02
κοτόπουλο, κρέας κοτόπουλου
viande blanche provenant du poulet, utilisée dans de nombreux plats
Παραδείγματα
Le poulet est tendre et bien cuit.
Το κοτόπουλο είναι τρυφερό και καλά μαγειρεμένο.



























