le poulailler
pou
pu
που
laill
laj
λαγ
er
e
ε
déchiffrermultiplierrottweilerpopularité

Ορισμός και σημασία του "poulailler"στα γαλλικά

01

κοτέτσι, καταφύγιο πουλερικών

lieu l'on élève des poules 
le poulailler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poulaillers
Παραδείγματα
Les poules se reposent dans le poulailler la nuit. 

Οι κότες ξεκουράζονται στο κοτέτσι τη νύχτα.

02

κοτέτσι, παράδεισος

balcon situé en haut d'un théâtre, souvent avec de nombreux sièges peu chers 
Παραδείγματα
Les étudiants ont acheté des places dans le poulailler. 

Οι φοιτητές αγόρασαν θέσεις στην κουκουλοθέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store