Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le potentiel
01
δυναμικό, ικανότητα
aptitude ou possibilité de développer des capacités ou des talents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
potentiels
Παραδείγματα
Le programme vise à révéler le potentiel des jeunes talents.
Το πρόγραμμα στοχεύει να αποκαλύψει το δυναμικό των νέων ταλέντων.



























