le potentiel
Pronunciation
/pɔtɑ̃sjɛl/

Ορισμός και σημασία του "potentiel"στα γαλλικά

Le potentiel
[gender: masculine]
01

δυναμικό, ικανότητα

aptitude ou possibilité de développer des capacités ou des talents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
potentiels
Παραδείγματα
Le programme vise à révéler le potentiel des jeunes talents.
Το πρόγραμμα στοχεύει να αποκαλύψει το δυναμικό των νέων ταλέντων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store